Τελευταία Νέα
Διεθνή

Κίνα, Ινδία γονατίζουν ΗΠΑ: Επιμένουν στην αγορά φθηνής ρωσικής ενέργειας και τινάζουν στον αέρα τους δασμούς 100% του Trump

Κίνα, Ινδία γονατίζουν ΗΠΑ: Επιμένουν στην αγορά φθηνής ρωσικής ενέργειας και τινάζουν στον αέρα τους δασμούς 100% του Trump
Κίνα και Ινδία δεν αλλάζουν πυξίδα για χάρη της Ουάσιγκτον - Η νέα απειλή δασμών έως 100% για τους αγοραστές ρωσικής ενέργειας δοκιμάζει τα όρια της αμερικανικής οικονομικής πίεσης
Πεκίνο και Νέο Δελχί ξεκαθαρίζουν ότι δεν προτίθενται να θυσιάσουν ενεργειακή ασφάλεια, στρατηγική αυτονομία και τις σχέσεις τους με τη Ρωσία, ενώ η αντιπαράθεση αποκτά πρόσθετη σημασία λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση Donald Trump–Xi Jinping στην Ουάσιγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου.
Η υπογραφή από τον Donald Trump του νέου αμερικανικού νόμου για τη Ρωσία και το Ιράν δεν προσθέτει απλώς ένα ακόμη πακέτο κυρώσεων στο ήδη σύνθετο πλέγμα οικονομικών περιορισμών της Ουάσιγκτον.
Θέτει ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ισχύς των ΗΠΑ όταν επιχειρούν να υποχρεώσουν μεγάλες ανεξάρτητες οικονομικές δυνάμεις να αναπροσαρμόσουν τις στρατηγικές τους σχέσεις;
Για την Κίνα και την Ινδία, η απάντηση που διαμορφώνεται είναι σαφής.
Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ είναι κρίσιμες, αλλά δεν είναι οι μοναδικές.
Και ούτε το Πεκίνο ούτε το Νέο Δελχί προτίθενται εγκαταλείψουν συμφέροντα δεκαετιών, ενεργειακές επιλογές και δεσμούς με τη Ρωσία απλώς και μόνο για να εξασφαλίσουν προσωρινή εμπορική ηρεμία με την Ουάσιγκτον.
Ο νόμος που υπέγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump στις 18 Σεπτεμβρίου διευρύνει τις αμερικανικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και διατηρεί σημαντικές εξουσίες κυρώσεων σε βάρος του Ιράν.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα επιβολής δασμών έως 100% σε εισαγωγές από χώρες που συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.
trump_sanctions.webp
Στο στόχαστρο Κίνα - Ινδία 

Η νομοθεσία επικεντρώνεται στους πέντε μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικής ενέργειας και σε χώρες που διευκολύνουν την παράκαμψη των κυρώσεων.
Ο δασμός του 100% δεν επιβάλλεται αυτομάτως: αποτελεί ανώτατο όριο εξουσίας που μπορεί να χρησιμοποιήσει η αμερικανική κυβέρνηση.
Αυτή ακριβώς η διάσταση μετατρέπει τον νόμο από εργαλείο πίεσης κατά της Μόσχας σε δυνητικό μοχλό πίεσης κατά του Πεκίνου και του Νέου Δελχί.
Η Κίνα και η Ινδία βρίσκονται μεταξύ των σημαντικότερων αγοραστών ρωσικής ενέργειας και, συνεπώς, βρίσκονται στο επίκεντρο της νέας αμερικανικής δυνατότητας επιβολής δευτερογενών οικονομικών μέτρων.

china_india.jpg

Το Πεκίνο χαράζει κόκκινη γραμμή


Η αντίδραση της Κίνας ήταν άμεση και ιδιαίτερα σαφής.
Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου επανέλαβε ότι το Πεκίνο αντιτίθεται στις μονομερείς κυρώσεις που δεν έχουν εξουσιοδότηση από τον ΟΗΕ ή, κατά την κινεζική θέση, βάση στο διεθνές δίκαιο.
Παράλληλα, απέρριψε ρητά τις λεγόμενες δευτερογενείς κυρώσεις, δηλαδή την προσπάθεια μιας χώρας να τιμωρήσει τρίτα κράτη επειδή διατηρούν οικονομικές σχέσεις με έναν στόχο των δικών της κυρώσεων.
Η ουσία της κινεζικής αντίδρασης βρίσκεται όμως πέρα από τη διπλωματική ορολογία.
Το μήνυμα είναι ότι το Πεκίνο δεν αποδέχεται την αρχή σύμφωνα με την οποία η Ουάσιγκτον μπορεί να καθορίζει με ποιους θα συναλλάσσεται η Κίνα.
Το υπουργείο Εμπορίου υπογράμμισε ότι η οικονομική συνεργασία της χώρας με άλλες οικονομίες πραγματοποιείται στη βάση της ισότητας και του αμοιβαίου οφέλους, δεν στρέφεται εναντίον τρίτων και δεν πρέπει να υπόκειται σε πίεση τρίτων χωρών.
Παράλληλα προειδοποίησε ότι θα παρακολουθήσει τις επόμενες αμερικανικές κινήσεις και διατηρεί το δικαίωμα να λάβει «όλα τα αναγκαία μέτρα» για την προστασία της κυριαρχίας, των αναπτυξιακών συμφερόντων και των κινεζικών επιχειρήσεων.
Και η χρονική στιγμή δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Ο Xi Jinping αναμένεται στην Ουάσιγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου για τη δεύτερη συνάντησή του με τον Donald Trump μέσα στο 2026.
Στο τραπέζι βρίσκονται το εμπόριο, οι δασμοί, η Ταιβάν, η τεχνητή νοημοσύνη, τα κρίσιμα ορυκτά, το Ιράν και συνολικά η διαχείριση ενός ανταγωνισμού που αφορά πολύ περισσότερα από το διμερές εμπορικό ισοζύγιο.
Το γεγονός ότι το Πεκίνο επέλεξε, ακριβώς πριν από αυτή τη συνάντηση, να αντιδράσει δημόσια στη νέα αμερικανική νομοθεσία έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Δείχνει ότι η Κίνα δεν προσέρχεται στις συνομιλίες θεωρώντας τη σχέση της με τη Ρωσία διαπραγματευτικό αντάλλαγμα που μπορεί να παραχωρηθεί για μια καλύτερη εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ.
Η κινεζική ηγεσία έχει λόγους να επιδιώκει σταθερότητα στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον.
Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου έχουν ισχυρά κίνητρα να περιορίσουν τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης εμπορικής ή στρατηγικής κλιμάκωσης.
Όμως η σταθερότητα δεν ταυτίζεται με την υποχώρηση.
Για το Πεκίνο, η δυνατότητα να διατηρεί οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με τη Ρωσία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αντίληψης περί στρατηγικής κυριαρχίας.
trump_modi.jpg
Η Ινδία επιλέγει την ενεργειακή ασφάλεια

Αντίστοιχη, αν και διατυπωμένη με διαφορετικό τρόπο, είναι η λογική που διαμορφώνεται στην Ινδία.
Ο Ajay Srivastava, επικεφαλής της Global Trade Research Initiative, υποστήριξε ότι η Ινδία δεν πρέπει να ανταλλάξει τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή της ασφάλεια ή μόνιμες εμπορικές παραχωρήσεις με προσωρινή αμερικανική ανακούφιση από δασμούς.
Κατά την ανάλυσή του, οι αγορές ρωσικού αργού σε ανταγωνιστικές τιμές έχουν μειώσει το κόστος εισαγωγών, έχουν ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια και έχουν συμβάλει στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων.
Η εισήγησή του είναι χαρακτηριστική της στρατηγικής συζήτησης στο Νέο Δελχί: συνέχιση των αγορών ρωσικού πετρελαίου όσο αυτές παραμένουν εμπορικά συμφέρουσες, παράλληλα με διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, χωρίς όμως μονομερείς και μη αναστρέψιμες παραχωρήσεις.
Υπάρχει και ένας δεύτερος υπολογισμός.
Ακόμη και μια ινδική απόφαση για περιορισμό ή διακοπή του ρωσικού πετρελαίου δεν θα εγγυόταν ότι στο μέλλον δεν θα εμφανίζονταν νέες αμερικανικές εμπορικές απαιτήσεις ή μέτρα βάσει διαφορετικών νομικών εργαλείων.
Αυτό ακριβώς επισήμανε ο Srivastava: ούτε η διακοπή των αγορών ρωσικού πετρελαίου ούτε μια διμερής εμπορική συμφωνία μπορούν από μόνες τους να θωρακίσουν την Ινδία από κάθε μελλοντική αμερικανική εμπορική ενέργεια.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η δημόσια τοποθέτηση του Ινδού υφυπουργού Εξωτερικών Kirti Vardhan Singh, ο οποίος δήλωσε ότι η Ινδία ακολουθεί ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και «δεν λειτουργεί υπό πίεση», επιμένοντας ότι οι ενεργειακές προμήθειες θα καθορίζονται από το εθνικό συμφέρον και την εμπορική βιωσιμότητα.
Αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο που συνδέει το Νέο Δελχί με το Πεκίνο παρά τις τεράστιες διαφορές και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό.
Δεν πρόκειται για έναν κοινό «αντιαμερικανικό άξονα».
Πρόκειται για δύο μεγάλες δυνάμεις που, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, δεν αποδέχονται ότι οι σχέσεις τους με τη Ρωσία θα καθοριστούν αποκλειστικά από τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.
indianoil.jpg

Η σύγκρουση αφορά πλέον το ποιος ορίζει τους κανόνες


Η νέα αμερικανική νομοθεσία επιχειρεί στην πράξη να μετατρέψει την πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ σε εργαλείο γεωπολιτικής συμμόρφωσης.
Η λογική είναι ισχυρή: για χώρες που εξαρτώνται από την αμερικανική αγορά, η απειλή πολύ υψηλών δασμών μπορεί να καταστήσει εξαιρετικά ακριβή τη συνέχιση των οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία.
Όμως η Κίνα και η Ινδία δεν είναι μικρές, μονοδιάστατα εξαρτημένες οικονομίες.
Διαθέτουν τεράστιες εσωτερικές αγορές, σημαντικό γεωπολιτικό βάρος και πολλαπλές εξωτερικές σχέσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η άσκηση πίεσης μπορεί να αυξήσει το κόστος των επιλογών τους, αλλά δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι θα αλλάξει και τον στρατηγικό τους προσανατολισμό.
Για την Ινδία, το ρωσικό πετρέλαιο είναι πρωτίστως ζήτημα κόστους, ασφάλειας εφοδιασμού και στρατηγικής αυτονομίας.
Για την Κίνα, οι συναλλαγές με τη Ρωσία συνδέονται επιπλέον με τη μεγαλύτερη προσπάθεια να αποτραπεί ένα διεθνές σύστημα στο οποίο η Ουάσιγκτον μπορεί, μέσω του δολαρίου, των κυρώσεων και της πρόσβασης στην αμερικανική αγορά, να περιορίζει τις οικονομικές επιλογές τρίτων κρατών.
Γι’ αυτό και η επικείμενη συνάντηση Donald Trump–Xi Jinping έχει σημασία πολύ πέρα από τα πιθανά χαμόγελα, τις συμφωνίες αγοράς αμερικανικών προϊόντων ή μια νέα παράταση της εμπορικής εκεχειρίας.
Οι δύο πλευρές αναζητούν τρόπους σταθεροποίησης μιας σχέσης στην οποία ο ανταγωνισμός έχει γίνει δομικός.
Οι συζητήσεις αναμένεται να καλύψουν από τους δασμούς και τα κρίσιμα ορυκτά μέχρι την Ταιβάν και την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ οι οικονομικές διαπραγματεύσεις συνεχίζονται ήδη σε υψηλό επίπεδο ενόψει της συνόδου.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει την Κίνα μόνο μέσα από τη διμερή σχέση.
Η στρατηγική αρχιτεκτονική στον Ινδοειρηνικό στηρίζεται ολοένα περισσότερο σε ένα δίκτυο συμμαχιών και συνεργασιών με την Ιαπωνία, τις Φιλιππίνες, την Αυστραλία και τη Νότια Κορέα, καθώς και στη συμμετοχή ευρωπαϊκών συμμάχων σε ζητήματα ασφάλειας, τεχνολογίας και αμυντικής βιομηχανίας.
Η συνάντηση στην Ουάσιγκτον θα παρακολουθείται συνεπώς στενά και από αυτές τις πρωτεύουσες: όχι μόνο για το εάν οι ΗΠΑ και η Κίνα θα μειώσουν τις εντάσεις, αλλά και για το κατά πόσο μια διμερής συνεννόηση μεταβάλλει τις ισορροπίες της ευρύτερης αμερικανικής στρατηγικής.
putin_modi_4.jpg

Το όριο της αμερικανικής πίεσης


Το πραγματικό τεστ του νέου νόμου επομένως δεν είναι μόνο πόσο θα πιεστεί οικονομικά η Μόσχα.
Είναι εάν η Ουάσιγκτον μπορεί να υποχρεώσει δύο από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη να ευθυγραμμίσουν την ενεργειακή και εξωτερική τους πολιτική με τις δικές της προτεραιότητες.
Μέχρι στιγμής, τα μηνύματα από Πεκίνο και Νέο Δελχί δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η Κίνα δηλώνει ότι δεν αποδέχεται τις δευτερογενείς κυρώσεις και προειδοποιεί για αντίμετρα.
Η Ινδία διαμηνύει ότι θα αγοράζει ενέργεια με βάση το εθνικό και οικονομικό της συμφέρον.
Και οι δύο θέλουν να αποφύγουν μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση με τις ΗΠΑ.
Καμία όμως δεν δείχνει πρόθυμη να αντιμετωπίσει τη σχέση της με τη Ρωσία ως θυσία που πρέπει να προσφέρει για να εξασφαλίσει την εύνοια της Ουάσιγκτον.
Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο δεδομένο ενόψει της συνάντησης Donald Trump–Xi Jinping.
Η διπλωματία μπορεί να περιορίσει τις εντάσεις, να δημιουργήσει εμπορικούς συμβιβασμούς και να αποτρέψει επικίνδυνες κρίσεις.
Δεν μπορεί όμως να ακυρώσει την πραγματικότητα ενός ολοένα πιο πολυκεντρικού διεθνούς συστήματος, στο οποίο μεγάλες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ινδία επιδιώκουν να διατηρούν σχέσεις ταυτόχρονα με την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και άλλους πόλους.
Και αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση για τις ΗΠΑ: η οικονομική τους ισχύς παραμένει τεράστια, αλλά η δυνατότητά τους να μετατρέπουν αυτή την ισχύ σε αυτόματη γεωπολιτική συμμόρφωση δεν είναι απεριόριστη.
Το Πεκίνο και το Νέο Δελχί δείχνουν ότι μπορούν να διαπραγματεύονται με την Ουάσιγκτον, να επιδιώκουν συμφωνίες μαζί της και ταυτόχρονα να αρνούνται να εγκαταλείψουν στρατηγικές σχέσεις που θεωρούν ζωτικές για τα δικά τους συμφέροντα.
Η επικείμενη συνάντηση στην Ουάσιγκτον θα δείξει πόσο χώρο υπάρχει για συμβιβασμό.
Αυτό που ήδη διαφαίνεται, όμως, είναι ότι ούτε η Κίνα ούτε η Ινδία προσέρχονται σε αυτή τη νέα περίοδο πίεσης με διάθεση να παραδώσουν στην αμερικανική πλευρά το δικαίωμα να χαράξει τη δική τους στρατηγική πυξίδα.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης